αἰολόχρως

αἰολό-χρως, ωτος, , ,
A spangled,

νύξ Critias 19.4

D.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιολόχρως — αἰολόχρως ( ωτος), ο, η (Α) πολύχρωμος, ποικιλόχρωμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰόλος + χρώς] …   Dictionary of Greek

  • αιόλος — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Μυθικός γενάρχης των Αιολιδών και της φυλής των Αιολέων, γιος του Έλληνα και αδελφός του Δώρου και του Ξούθου. 2. Βασιλιάς του μυθικού νησιού Αιολίης, που ο Δίας τον είχε διορίσει κυβερνήτη ή ταμία των ανέμων. Γιος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.